Μεταναστευτικό: Τα «αγκάθια» για την εφαρμογή των 7 αποφάσεων της κυβέρνησης

0

Με τον μήνα Σεπτέμβριο να είναι παραδοσιακά εκείνος στον οποίο καταγράφονται οι περισσότερες αφίξεις προσφύγων από τα παράλια της Τουρκίας, η κυβέρνηση συνεχίζει να αναζητά σχέδιο άμεσης αντιμετώπισης των προβλημάτων που δημιουργεί ο υπερπληθυσμός στα νησιά και η έλλειψη δομών φιλοξενίας στην ενδοχώρα.

 

Αναδημοσίευση απο ethnos.gr, ρεπορτάζ του Άρη Χατζηγεωργίου

 

Μπορεί το ΚΥΣΕΑ να ανακοίνωσε το περασμένο Σάββατο δέσμη μέτρων αλλά όσοι γνωρίζουν τα πραγματικά δεδομένα παραδέχονται ότι αυτά δεν μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα και όλα εξαρτώνται από την ένταση με την οποία θα συνεχισθούν οι αφίξεις στο επόμενο διάστημα. Επίσης διαμορφώνονται σταδιακά και τουλάχιστον δύο διακριτές «γραμμές» μέσα στην κυβέρνηση που αφορούν τόσο την αιτιολόγηση των προβλημάτων όσο και τα μέτρα για την αντιμετώπισή τους.

Η μία πλευρά προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον ρεαλισμό που επιβάλλει η κρισιμότητα των καταστάσεων και τις εξαγγελίες που γίνονταν προεκλογικά βάσει των οποίων για το προσφυγικό ευθυνόταν η «πολιτική ανοικτών συνόρων» του ΣΥΡΙΖΑ. Βάσει αυτής της προσέγγισης, θα αρκούσε η κυβερνητική αλλαγή για να λάβουν το μήνυμα οι πρόσφυγες και οι διακινητές τους ότι τα δεδομένα άλλαξαν και δεν υπάρχει ευνοϊκό κλίμα για την υποδοχή προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα.

Η άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι πρέπει να ακολουθηθεί σκληρή γραμμή αποτροπής με κάθε τρόπο των φουσκωτών λέμβων ενώ δίνει μεγάλο βάρος και στις διπλωματικές πιέσεις προς την Τουρκία προκειμένου να πεισθεί ότι πρέπει να εμποδίσει η ίδια τις αναχωρήσεις προσφύγων από τα παράλιά της.

Προς το παρόν φαίνεται να επικρατεί η πρώτη άποψη και το αποτέλεσμα ήταν οι ανακοινώσεις του ΚΥΣΕΑ το περασμένο Σάββατο οι οποίες περιλαμβάνουν μεθόδους που ακολουθούσε η κυβέρνηση Τσίπρα (π.χ. μεταφορά ευάλωτων από τα νησιά στην ενδοχώρα) τις οποίες κατήγγειλε ως αντιπολίτευση η Νέα Δημοκρατία λέγοντας ότι αποτελούν παράγοντα προσέλκυσης νέων προσφύγων από την Τουρκία.

Ανάμεσα στα μέτρα περιλαμβάνεται και η αύξηση της επιτήρησης των συνόρων, με την υιοθέτηση ενός Εθνικού Συστήματος Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Επιτήρησης (ΕΣΟΘΕ) σε συνεργασία τόσο με τη FRONTEX και τις ευρωπαϊκές αρχές, όσο και με το ΝΑΤΟ με συστήματα επιτήρησης του Λιμενικού Σώματος και των Ενόπλων Δυνάμεων, μέσω της χρήσης των νέων τεχνολογιών («απλές» και θερμικές κάμερες, drones κ.λ.π.). Το θέμα είναι ότι και η συγκεκριμένη δράση προϋπολογισμού 50 εκατομμυρίων ευρώ είχε επίσης προωθηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση και το όλο έργο εντάχθηκε για χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους στις 28 Ιουνίου 2019.

Είναι προφανές πάντως πως για ένα τέτοιο σύστημα οι διαδικασίες προμήθειας, εγκατάστασης και όλες οι απαραίτητες ρυθμίσεις για να λειτουργήσει αποτελεσματικά δεν μπορούν να ολοκληρωθούν πριν περάσουν αρκετοί μήνες. Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα μέτρα που ανακοίνωσε το ΚΥΣΕΑ όπως, 1) η αλλαγή του θεσμικού πλαισίου για τη διαδικασία χορήγησης ασύλου, με κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης προσφυγών και 2) η αύξηση των ελέγχων της Αστυνομίας σε νησιά και ηπειρωτική Ελλάδα για τον εντοπισμό προσώπων που είχαν αιτηθεί τη χορήγηση ασύλου αλλά η αίτησή τους απορρίφθηκε από τα δικαστήρια.

Το πρώτο από τα συγκεκριμένα μέτρα δεν απαιτεί μόνο την ψήφιση νόμου. Το σημερινό σύστημα εξέτασης των 67.000 αιτήσεων ασύλου που παραμένουν σε εκκρεμότητα πανελλαδικά θεσπίσθηκε επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ το 2011 με τον νόμο 3907. Βάσει αυτού, η κάθε αίτηση εξετάζεται σε πρώτο βαθμό από την Υπηρεσία Ασύλου και σε δεύτερο βαθμό από την Αρχή Προσφυγών. Ομως, οι αιτούντες άσυλο έχουν δικαίωμα δικαστικής προσφυγής εάν λάβουν διοικητικά απορριπτική απόφαση. Προκύπτουν έτσι θεωρητικά δύο ακόμη βαθμίδες εξέτασης, η μία στα Διοικητικά Δικαστήρια και η δεύτερη στο Συμβούλιο της Επικρατείας εφόσον ο πρόσφυγας αποφασίσει και καταφέρει να φθάσει την υπόθεσή του τόσο μακριά.

Μέχρι να ολοκληρωθούν όλες αυτές οι διαδικασίες περνούν δεκάδες μήνες και στο διάστημα αυτό συχνότατα ο αιτών άσυλο χάνεται από το προσκήνιο και δεν γίνεται να εντοπισθεί ούτε καν για να παραλάβει την απορριπτική απόφαση. Εάν καταργηθεί η Αρχή Προσφυγών, θα κληθούν τα Διοικητικά Δικαστήρια να διαχειρισθούν έναν τεράστιο όγκο ενστάσεων. Αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να οργανωθούν ειδικά Διοικητικά Δικαστήρια για τα οποία θα απαιτηθεί μεγάλος αριθμός δικαστών που δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή. Το πλέον παράδοξο είναι ότι και η Αρχή Προσφυγών λειτουργεί επίσης με Διοικητικούς Δικαστές ενώ παλιότερα συμμετείχαν εκπρόσωποι ανθρωπιστικών οργανώσεων και η απομάκρυνσή τους έγινε με τροπολογία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ την οποία υπερψήφισε και η Νέα Δημοκρατία. Εννοείται επίσης ότι δεν στεκει μια απλή μεταφορά των Διοικητικών Δικαστών από τις επιτροπές της Αρχής Προσφυγών στα ειδικά Διοικητικά Δικαστήρια που θα πρέπει να οργανωθούν από την αρχή.

Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των ελέγχων της Αστυνομίας για να εντοπίζουν τον καθένα από τους 67.000 αιτούντες άσυλο που βρίσκονται στην Ελλάδα, να του παραδίδουν την απορριπτική απόφαση και να τον κρατούν μέχρι να ολοκληρωθεί κάποτε η επιστροφή του στην Τουρκία, θα απαιτούσε επίσης τεράστιες δυνάμεις και προσωπικό που δεν περισσεύει, στον βαθμό μάλιστα που η γειτονική χώρα δεν δέχεται αδιαμαρτύρητα τις επιστροφές και θέτει με την σειρά της όσο περισσότερα εμπόδια μπορεί επικαλούμενη την ύπαρξη τουλάχιστον 3 εκατομμυρίων προσφύγων στα εδάφη της. Τι μένει μετά από όλα τα παραπάνω;

Ολα δείχνουν πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη ακολουθεί την ασφαλή οδό της επικοινωνιακής διαχείρισης η οποία περιλαμβάνει αφενός καταγγελίες στην προηγούμενη κυβέρνηση για ολιγωρίες, ιδεοληψία και σκάνδαλα και αφετέρου ρητορική η οποία θα ανακουφίζει τα αυτιά των ακροατών της. Οσων δηλαδή πίστεψαν προεκλογικά ότι μια τέτοια κατάσταση με χιλιάδες υπεράριθμους στα νησιά (20.000 στα πέντε hot spot των νησιών όταν επισήμως χωρούν 6.300) θα αντιμετωπιζόταν με κάποιο μαγικό ραβδάκι και «γενναίο πρόγραμμα επιστροφών στην Τουρκία».

Η πράξη απέδειξε με αρκετή σαφήνεια πως η Τουρκία έχει τον τρόπο να πιέζει την Ελλάδα και μέσω αυτής την Ευρώπη για να επιτυγχάνει τους σκοπούς της. Η αύξηση των αφίξεων το φετινό καλοκαίρι υπολογίζεται πως ξεπέρασε το 25-30% (άλλοι την υπολογίζουν στο 40%) με αποκορύφωμα την περασμένη Παρασκευή 30/8 οπότε έφθασαν στη Λέσβο 550 άτομα μέσα σε μία ώρα. Το κακό είναι ότι αυτή η αύξηση συνέβη μετά από δύο χρόνια μειωμένων αφίξεων (2017-2018) που επέτρεψαν στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να κινηθεί με σχετική ραθυμία και να μην πετύχει τον σχεδιασμό νέων δομών φιλοξενίας. Αυτό που επιτείνει περαιτέρω την ένταση είναι ότι παραδοσιακά ο Σεπτέμβριος είναι ο μήνας με τις περισσότερες αφίξεις όπως συνέβη το 2015 αλλά και τα επόμενα χρόνια καθώς οι θάλασσες ηρεμούν από τα μελτέμια και ακολουθεί ο χειμώνας που αναγκάζει κάθε ενδιαφερόμενο να πάρει τις αποφάσεις του εάν δεν θέλει να περιμένει έως την ερχόμενη άνοιξη.

Το μοναδικό μέτρο που έχει άμεσο αποτέλεσμα για την αποσυμφόρηση των νησιών (εφόσον δεν υπάρξουν νέες αθρόες αφίξεις από την Τουρκία) είναι οι μεταφορές των ευάλωτων στις δομές της ενδοχώρας. Η προηγούμενη κυβέρνηση έλεγε πως θα έπρεπε να δημιουργηθούν 15.000 νέες θέσεις φιλοξενίας έως το 2020 εάν δεν αυξάνονταν οι αφίξεις. Έβρισκε όμως συχνότατα απέναντί της δημάρχους και τοπικές κοινωνίες που αντιδρούσαν σε κάθε συζήτηση για ίδρυση νέων δομών πέραν των 24 που ήδη υπάρχουν. Για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας τα πράγματα μοιάζουν ευκολότερα καθώς οι περισσότεροι δήμαρχοι προέρχονται από τους κόλπους της. Αυτό, όμως, δεν προεξοφλεί και το αποτέλεσμα καθώς οι κατηγορίες για «κωλοτούμπες» μπορούν εύκολα να επιστρέψουν στα κεφάλια όσων τις εξακόντιζαν παλαιότερα κατά του ΣΥΡΙΖΑ.

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published.